Μακεδών


Μακεδών
македонец

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Μακεδών" в других словарях:

  • Μακεδών — masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μακεδών — Μυθολογικό πρόσωπο. Ο Ησίοδος αναφέρει ότι ήταν γιος του Δία και της Θυίας ή Αιθυίας και επώνυμος της Μακεδονίας και των Μακεδόνων. Ήταν επίσης και αδελφός του Μάγνη. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Μ. ήταν βασιλιάς της Ημαθίας, δηλαδή της πρώτης… …   Dictionary of Greek

  • Μακεδονίων — Μακεδών fem gen pl Μακεδών masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μακεδόνιον — Μακεδών masc acc sg Μακεδών neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μακεδονίδα — Μακεδών fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μακεδονίοις — Μακεδών masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μακεδονίου — Μακεδών masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μακεδονίους — Μακεδών masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μακεδονίς — Μακεδών fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μακεδονίῳ — Μακεδών masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μακεδόνα — Μακεδών masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)